Αναλυτικότερα, η γερμανική εταιρεία, η οποία είχε ασκήσει έφεση επί της πρωτόδικης απόφασης, που δικαίωνε Έλληνα καταναλωτή, αποφάσισε να μην προχωρήσει με τη διαδικασία και έτσι υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση, ύψους 5.200 ευρώ.
Με βάση την πρωτόδικη απόφαση 5286/2017 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η Volkswagen υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ιδιοκτήτρια οχήματος αποζημίωση, ύψους 5.200 ευρώ, πλέον των δικαστικών δαπανών.
Σύμφωνα με την απόφαση το κατηγορητήριο αφορούσε την «…περί προστασίας του περιβάλλοντος και δη για εσκεμμένη παραποίηση από εκείνη των αποτελεσμάτων των εκπομπών οξειδίων του αζώτου (ΝΟχ) από τα οχήματά της. Ότι η ανωτέρω εταιρεία και πρώτη εναγόμενη φέρεται να είχε αναπτύξει ένα λογισμικό ώστε οι τιμές των ρύπων που εκπέμπουν τα οχήματα με κινητήρα ντίζελ., με υπερτροφοδοτούμενο άμεσο ψεκασμό (TDI) να είναι σύννομες και ότι στην πραγματικότητα, οι εκπομπές οξειδίων του αζώτου ανέρχονταν έως και 40 φορές πάνω από το όριο.»
Όπως αναλυτικά αναφέρεται στην απόφαση «Κατά συνέπεια η ενάγουσα υπέστη ζημία που ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ, το οποίο, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, είναι το υπερβάλλον του τμήματος που κατέβαλε σε σχέση με την πραγματική αξία του αυτοκινήτου που αγόρασε, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, είχε τις ανωτέρω ελλείψεις. Κατά συνέπεια, στο ως άνω ποσό ανέρχεται η συνολική θετική ζημία, την οποία υπέστη η ενάγουσα και οφείλει να αποκαταστήσει η πρώτη εναγόμενη, ευθυνόμενη ως κατασκευάστρια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων του Ν 2251/1994, όπως αναφέρονται στην υπό στοιχείο Β μείζονα σκέψη της παρούσας, σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 298 και 914 επ. του ΑΚ, διότι προμήθευσε στην ενάγουσα έναντι ανταλλάγματος, το όχημα από το οποίο έλειπε επίμαχη η συνομολογημένη ιδιότητα.
Τέλος, λόγω της παραπάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας, εκτιμώμενων των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η σε βάρος της αδικοπραξία, του είδους και του βαθμού της ζημίας που υπέστη, της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη έκτοτε και της κοινωνικοοικονομικής θέσεως των μερών, πρέπει να της επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.200 ευρώ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, κατά την επικουρική αυτής αξίωση, ως προς την πρώτη εναγόμενη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (4.000 + 1.200,00) = 5.200,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης προς αυτήν της αγωγής.
Η παραπάνω απόφαση ανοίγει τον δρόμο και για τα δικαιώματα και άλλων αγοραστών αφού οι ιδιοκτήτες των επίμαχων Ι.Χ. μπορούν να κινηθούν νομικά ενάντια της μητρικής εταιρείας, καθώς η πενταετία από τη γνώση του “σκανδάλου”, όπως ορίζεται ως προϋπόθεση, λήγει το 2020.

