Οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οι πλέον απαισιόδοξοι στην ΕΕ, όμως πλέον δεν απέχουν σημαντικά από τα επόμενα πιο απαισιόδοξα νοικοκυριά, εκείνα της Βουλγαρίας (-26,6 από -26,0 μονάδες ο δείκτης).
Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης εξασθένησε τον Φεβρουάριο, έπειτα από επτά μήνες στους οποίους κατέγραφε συνεχώς βελτίωση, και διαμορφώνεται στις -33,3 (από -28,3) μονάδες.
Η εξασθένιση αυτή εκπορεύεται κυρίως από τις δυσοίωνες προβλέψεις των νοικοκυριών για μείζονες αγορές και λιγότερο από την επιδείνωση των προβλέψεών τους για την μελλοντική οικονομική κατάσταση της χώρας, ενώ οι εκτιμήσεις για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών το τελευταίο έτος είναι αμετάβλητες.
Η μεταβολή τάσης που σημειώθηκε στην καταναλωτική εμπιστοσύνη ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη κατόπιν της πολύμηνης ενίσχυσής της. Η τόνωση των προσδοκιών από έκτακτα επιδόματα και αναδρομικά που καταβλήθηκαν στο τέλος του 2018, αλλά και από τη μη περικοπή των συντάξεων εξασθένησε.
Επιπλέον, παρά την τρέχουσα προεκλογική περίοδο, κατά την οποία διαχρονικά βελτιώνονται οι προσδοκίες των νοικοκυριών από τις εξαγγελίες, δεν είναι εμφανής, έως τώρα, μια σημαντική ανοδική δυναμική σε τμήματα της οικονομίας φέτος, στην οποία να μπορούν να στηριχθούν οι προσδοκίες τους για αυτή.
Οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οι πλέον απαισιόδοξοι στην ΕΕ, όμως πλέον δεν απέχουν σημαντικά από τα επόμενα πιο απαισιόδοξα νοικοκυριά, εκείνα της Βουλγαρίας (-26,6 από -26,0 μον. ο δείκτης).
Την πεντάδα των πλέον απαισιόδοξων συμπληρώνουν η Ρουμανία (-14,3 από -14,8), η Ιταλία (-11,8 από 10,5) και η Γαλλία (-11,6 από -13,8). Οι μέσοι ευρωπαϊκοί δείκτες διαμορφώθηκαν στις -7,2 (από -7,8) μονάδες στην ΕΕ και στις -7,4 (από -7,9) μονάδες στην Ευρωζώνη. Ανοδική τάση σημειώθηκε τον Φεβρουάριο σε 9 χώρες, ενώ θετικό πρόσημο διατηρούν 6 χώρες: η Τσεχία, η Δανία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία και η Φινλανδία 4.


